Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Βιβλίο: Ο «οδικός χάρτης» για τα 100 δισ. ευρώ και το νέο Παραγωγικό Μοντέλο της χώρας


Όλα τα πράγματα στη ζωή θέλουν τον “χάρτη” τους – ακόμη και ένα βιβλίο όπως εκείνο της διαΝΕΟσις, του οργανισμού έρευνας και ανάλυσης που ίδρυσε ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος. Διαβάζοντας το βιβλίο “Χάρτης Εξόδου από την Κρίση: Ένα Νέο Παραγωγικό Μοντέλο για την Ελλάδα” άρχισα να “μαζεύω” τις σκέψεις μου – στην συνέχεια, τις έβαλα στη σειρά...



*του Κώστα Τσαούση  

Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι το «πιστοποιητικό γέννησης» της κρίσης δεν γράφει «2010», δηλαδή το έτος που η χώρα μας εισήλθε στα Μνημόνια, αλλά «2001», το έτος που –κάτω από το βάρος της τεράστιας λαϊκής αντίδρασης– η τότε κυβέρνηση εγκατέλειψε τη σχεδιαζόμενη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος. Από τότε και μέχρι την είσοδο της Ελλάδας στην εποχή των Μνημονίων, ελάχιστες μεταρρυθμίσεις υλοποιήθηκαν, οι περισσότερες από τις οποίες ήταν, μάλλον, ήσσονος σημασίας.

Όπως οι περισσότερες χώρες, έτσι και η Ελλάδα υιοθέτησε το 2008 ένα πρόγραμμα δημοσιονομικής επέκτασης, προκειμένου να αναχαιτίσει τις συνέπειες της κρίσης. Εξαιτίας όμως της μη συνετής δημοσιονομικής διαχείρισης κατά την περίοδο που προηγήθηκε της κρίσης, η χώρα μας, κατά την έναρξή της βρέθηκε με έναν ιδιαίτερα υψηλό λόγο δημοσίου χρέους προς ΑΕΠ. Το ήδη υψηλό δημόσιο χρέος, σε συνδυασμό με τα μέτρα δημοσιονομικής επέκτασης και την απότομη πτώση των φορολογικών εσόδων, λόγω της οικονομικής συρρίκνωσης, οδήγησαν σε περαιτέρω ραγδαία άνοδο τον ήδη υψηλό λόγο δημοσίου χρέος προς ΑΕΠ, γεγονός που εκτόπισε τελικά την οικονομία μας από τις διεθνείς αγορές, οδηγώντας την αναπόφευκτα στην αναζήτηση χρηματοδοτικής στήριξης.

Το 2010 η Ελλάδα δεν μπορούσε, πλέον, να βρει χρηματοδότηση στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου χωρίς να πληρώσει απαγορευτικά υψηλά επιτόκια. Για να αποφύγει τη χρεοκοπία, προσέφυγε στον μηχανισμό στήριξης της Τρόικας. Μεταξύ της Ελλάδας και των πιστωτών της έχουν υπογραφεί, όπως προαναφέρθηκε, τρία Μνημόνια (2010, 2012 και 2015). Τα Μνημόνια αυτά είναι τυπικά του είδους τους. Παροχή πιστώσεων με ευνοϊκούς όρους, με «αντάλλαγμα» δημοσιονομική προσαρμογή και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Η κρίση δεν ξεκίνησε το 2010 με τα Μνημόνια, ούτε οι αιτίες της ανάγονται στα Μνημόνια, παρότι η εξαιρετικά εμπροσθοβαρής δημοσιονομική προσαρμογή επέτεινε την ύφεση. Η κρίση προϋπήρχε των Mνημονίων, διότι η ελληνική οικονομία έφθασε στο 2009-2010 με ένα επίπεδο εισοδήματος κραυγαλέα αναντίστοιχο προς τις πραγματικές παραγωγικές της δυνατότητες. Η οικονομία κατά τα αμέσως προ-κρίσης χρόνια «έτρεχε» με ένα από τα υψηλότερα στην Ευρώπη ποσοστά τελικής κατανάλωσης ως μερίδιο του ΑΕΠ, χάρη σε μια «φούσκα» πιστωτικής επέκτασης και υπερχρέωσης, διόγκωσης των μη εμπορεύσιμων κλάδων της οικονομίας και των εισαγωγών, που όλα χρηματοδοτούνταν από υψηλότατα επίπεδα εξωτερικού δανεισμού.

Η μακρά αυτή περίοδος ύφεσης αφήνει μια αρνητική κληρονομιά, που αποτελεί τροχοπέδη στη μελλοντική δυνατότητα της οικονομίας να αναπτυχθεί. Αυτή η αρνητική κληρονομιά συνίσταται στην εκτεταμένη αποεπένδυση και στη συνακόλουθη απώλεια παραγωγικού κεφαλαίου. Υπολογίζεται ότι η ελληνική οικονομία θα χρειαστεί συνολικά επενδύσεις (ιδιωτικές και δημόσιες) ύψους περίπου 100 δισ. ευρώ μέχρι το 2020, προκειμένου να μπορεί να ανακτήσει το χαμένο έδαφος και ένα ικανοποιητικό και διατηρήσιμο επίπεδο ανάπτυξης.

Κυρίως, όμως, η αρνητική υφεσιακή κληρονομιά συνίσταται στην απώλεια ανθρώπινου κεφαλαίου, με το ποσοστό απασχόλησης να έχει συρρικνωθεί στα επίπεδα κάτω του 55%, όταν ο μέσος όρος της Ευρωζώνης είναι περίπου 68% και ο ευρωπαϊκός στόχος βρίσκεται στο 75%. Ο συνδυασμός εκτεταμένης αποεπένδυσης και χαμηλού ποσοστού απασχόλησης υποσκάπτει τον δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

Οι ρίζες της κρίσης ανάγονται στη συσσωρευμένη αναβολή των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων κατά τις προηγούμενες δεκαετίες μέχρι το 2010. Μεταρρυθμίσεις που θα επέτρεπαν στην ελληνική οικονομία να τιθασεύσει τους μηχανισμούς δημιουργίας ελλειμμάτων και να εισέλθει σε μια παραγωγική τροχιά διατηρήσιμης ανάπτυξης, προσαρμοζόμενη στις απαιτητικές συνθήκες του παγκόσμιου οικονομικού ανταγωνισμού, της ευρωπαϊκής ενιαίας αγοράς και του κοινού νομίσματος. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές σε ένα ευρύτατο φάσμα τομέων (από τη φορολογική διοίκηση, τη δημόσια διοίκηση και τους φορείς της γενικής κυβέρνησης μέχρι την εργασιακή νομοθεσία, τις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, το ασφαλιστικό σύστημα, το σύστημα υγείας, τις αποκρατικοποιήσεις, τη δικαιοσύνη, την εκπαίδευση, το χρηματοπιστωτικό σύστημα) αποτέλεσαν βασικό περιεχόμενο των τριών Μνημονίων. Υπό την πίεση του εξωτερικού περιορισμού, μπήκε σε πορεία υλοποίησης το μεγαλύτερο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της πρόσφατης περιόδου. Δυστυχώς, έτσι, καταδείχθηκε και η αδυναμία του ελληνικού πολιτικού συστήματος να προσφέρει, αλλά και η αδυναμία της εγχώριας κοινωνίας πολιτών να διεκδικήσει την πραγματοποίηση των αλλαγών εκείνων που θα «ξεβόλευαν» μεν συγκεκριμένες ομάδες συμφερόντων, αλλά θα προωθούσαν μια διατηρήσιμη ανάπτυξη, με αύξηση της ανταγωνιστικότητας, αλλά και περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη, προς όφελος του γενικού συμφέροντος και της χώρας.

Έτσι, η Ελλάδα το 2016 εισήλθε στον έβδομο χρόνο των Μνημονίων με πολύ βαριές αδυναμίες. Όμως, και με ορισμένα πολύ σημαντικά κεκτημένα, που μπορούν να βοηθήσουν την επιστροφή όχι, απλώς, σε κυκλική ανάκαμψη αλλά σε διατηρήσιμη ανάπτυξη. Πρώτο, μεταξύ αυτών, η ευρεία κοινωνική και πολιτική συνειδητοποίηση ότι η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να επιστρέψει ούτε στην υπερχρέωση ούτε στην αμεριμνησία της προ-Μνημονίων περιόδου. Δεύτερον, υπάρχει μια θετική κληρονομιά τεχνογνωσίας, μεταρρυθμίσεων και (με μεγάλες θυσίες) εξάλειψης των ελλειμμάτων του παρελθόντος. Τρίτον, υπάρχουν, όπως είναι γνωστό, σημαντικοί «οδοδείκτες» στη βραχυπρόθεσμη και μεσοπρόθεσμη πορεία υλοποίησης του προγράμματος, που συνδέονται με σημαντικές ωφέλειες για την ελληνική οικονομία. Τέταρτον, η διακομματική συναίνεση στην ψήφιση του τρίτου Μνημονίου αποτελεί ένα πολύ σημαντικό κεκτημένο, μετά από πέντε χρόνια οξύτατης αντιμνημονιακής πόλωσης, πολιτικής σύγκρουσης και λαϊκισμού.

Πρόκειται για κεκτημένα και συνθήκες που μπορούν να συμβάλλουν θετικά στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων που αναπτύσσει το βιβλίο. Μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση, στην ηλεκτρονική διακυβέρνηση, στη φορολογική πολιτική και διοίκηση, στο δικαστικό σύστημα, στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, στην αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, σε κλάδους με σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα, στην αγορά εργασίας, στην κοινωνική προστασία, στην εκπαίδευση, στην έρευνα, την τεχνολογική αναβάθμιση και την καινοτομία, και στην υγεία.

newmoney

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Για να αποφευχθούν περιπτώσεις εμφάνισης υβριστικών σχολίων ή άλλων ποινικά κολάσιμων πράξεων, όλα τα σχόλια πριν δημοσιευτούν ελέγχονται.

Παρακαλούμε μην αποστέλετε πληροφορίες άχρηστες προς τη λειτουργία του συγκεκριμένου blog.

Τα μηνύματα είναι προσωπικές απόψεις των αποστολέων και σε καμία περίπτωση δεν εκφράζουν τους δημιουργούς ή διαχειριστές της συγκεκριμένης σελίδας.